ηχώ

ηχώ
(γεν. ηχους) η эхо, отзвук; отголосок:

§ είμαι η ηχώ κάποιου — быть чьим-л. подголоском

ηχώ2/2
(ε) αμετ.
1) звучать, издавать звук; звенеть; звонить (о колоколе); 2) перен. вызывать резонанс; § οι λόγοι του δεν ήχησαν καλώς его выступление не произвело хорошего впечатления

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "ηχώ" в других словарях:

  • Ἠχῶ — Ἠχώ fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) Ἠχώ fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχώ — ηχώ, ήχησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • Ἠχώ — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχώ — echo fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχώ — Φαινόμενο ανάκλασης του ήχου, κατά το οποίο ένας ήχος ακούγεται επαναλαμβανόμενος ακόμα και πολλές φορές –ολόκληρος ή ένα μέρος του– ορισμένο χρόνο μετά τη στιγμή της εκπομπής του. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται όταν o ήχος –ο οποίος διαδίδεται… …   Dictionary of Greek

  • ἠχῶ — ἠχέω sound pres subj act 1st sg (attic epic doric) ἠχέω sound pres ind act 1st sg (attic epic doric) ἠχώ echo fem acc sg ἠχώ echo fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηχώ — ησα, αμτβ. 1. παράγω ήχο, βουίζω: Ήχησε η σάλπιγγα. 2. μτφ., αφήνω απήχηση, δημιουργώ εντύπωση, ακούομαι ευχάριστα ή δυσάρεστα: Τα λόγια του ήχησαν άσχημα. η ώς (μόνον στον εν.), αντίλαλος, φαινόμενο που οφείλεται στην ανάκλαση του ήχου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἤχῳ — ἤ̱χῳ , ἦχος sound masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἠχοῦς — Ἠχώ fem nom/voc pl Ἠχώ fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἠχοῦς — ἠχώ echo fem gen sg ἠχώ echo fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Эхо в мифологии — (Ήχώ) в греческой мифологии нимфа, олицетворение эха, отдающегося в горах и ущельях. По одному из рассказов, нимфу Э. полюбил Пан, но так как она предпочла ему Сатира, то Пан, оскорбленный отказом, вооружил против нее пастухов, которые растерзали …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»